Υπάρχουν στιγμές που τα λόγια δεν φτάνουν. Μόνο η πραγματικότητα — ωμή και σκληρή — μιλάει από μόνη της.
Ένας άνθρωπος 61 ετών δίνει καθημερινά μάχη με μια επιθετική μορφή Πάρκινσον, σε συνδυασμό με βαριά ψυχολογική κατάρρευση και κατάθλιψη. Η κατάστασή του είναι πλέον κρίσιμη. Δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί, δεν μπορεί να κινηθεί, δεν μπορεί να σταθεί.
Και όμως… έχει μείνει ουσιαστικά μόνος.
Για μήνες νοσηλεύεται σε δημόσιο νοσοκομείο, όπου — σύμφωνα με τις μαρτυρίες των οικείων του — η φροντίδα που έλαβε ήταν κατώτερη των περιστάσεων. Αδιαφορία, εγκατάλειψη, ελλιπής παρακολούθηση. Ένας άνθρωπος που είχε ανάγκη από στήριξη, βρέθηκε να παλεύει και με το ίδιο το σύστημα.
Και τώρα; Τώρα επιχειρείται η «τακτοποίησή» του. Να φύγει. Να αδειάσει το κρεβάτι. Να μεταφερθεί σε γηροκομείο, σε ηλικία μόλις 61 ετών.
Σαν να είναι βάρος.
Σαν να περισσεύει.
Την ίδια στιγμή, το κράτος του γυρίζει την πλάτη και οικονομικά. Η σύνταξή του διακόπτεται. Παρά το 90% αναπηρίας που έχει πιστοποιηθεί, εγκρίνεται ένα εξευτελιστικό ποσό της τάξεως των 350 ευρώ. Ποιος μπορεί να ζήσει; Ποιος μπορεί να θεραπευτεί; Ποιος μπορεί να έχει αξιοπρέπεια με αυτά;
Η οικογένειά του δεν σταματά. Προσπαθεί με κάθε τρόπο. Τρέχει, πιέζει, πληρώνει από την τσέπη της, αναζητά μια αξιοπρεπή μονάδα φροντίδας — ακόμα και ιδιωτική, ακόμα και με μεγάλο κόστος, ακόμα και σε άλλη πόλη, όπως η Καλαμάτα.
Όχι για πολυτέλεια.
Για τα αυτονόητα.
Για να υπάρχει κάποιος που θα τον φροντίζει σαν άνθρωπο.
Αυτό δεν είναι απλά μια προσωπική ιστορία. Είναι μια εικόνα ενός συστήματος που καταρρέει πάνω στους πιο αδύναμους.
Γιατί σήμερα είναι αυτός.
Αύριο μπορεί να είναι οποιοσδήποτε.
Και τότε δεν θα μιλάμε για αδιαφορία.
Θα μιλάμε για ευθύνη.
Αυτό δεν είναι απλά αδιαφορία — είναι εγκατάλειψη με υπογραφή.
ΓΔΠ
