Κλίμα αβεβαιότητας επικρατεί το τελευταίο διάστημα στην αγορά του πορτοκαλιού της ποικιλίας βαλέντσια στη Λακωνία, καθώς η τιμή του προϊόντος έχει υποχωρήσει με συνέπεια να υπάρχει προβληματισμός στις τάξεις των παραγωγών.
Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, η φετινή εικόνα του προϊόντος διαφέρει αισθητά από την αντίστοιχη περυσινή, όταν η μείωση της παραγωγής αντισταθμίστηκε από τις καλές τιμές που χαρακτήρισαν το προϊόν.
Τις εξαγωγές φαίνεται ότι «μπλοκάρουν» παράγοντες, όπως η μικροκαρπία, η υπερπαραγωγή, αλλά και η συμπίεση των τιμών λόγω του ανταγωνισμού. Είναι χαρακτηριστικό, ότι αν και η τιμή των βαλέντσια ξεκίνησε από τα 22 λεπτά, δημιουργώντας ελπιδοφόρες προοπτικές, στη συνέχεια κατεγράφη σημαντική πτώση της διάθεσης του προϊόντος στην αγορά.
Η χρονιά δεν εξελίχθηκε όπως θα ανέμεναν οι παραγωγοί, οι οποίοι ωστόσο μέχρι τα μέσα Ιουνίου αναμένεται να τηρήσουν στάση αναμονής, ελπίζοντας στη διαμόρφωση ευνοϊκότερων συνθηκών στην αγορά, που θα τους επιτρέψουν να διεκδικήσουν καλύτερη τύχη για το προϊόν τους.
Ενδεικτικές της κατάστασης που επικρατεί είναι οι δηλώσεις του χημικού-μηχανικού, διευθυντή παραγωγής και τεχνικών υπηρεσιών του ΑΣΕΕ Αμυκλών «Λακωνία», κ. Σαράντου Ζαραφωνίτη στην «Ύπαιθρο Χώρα»: «Στη χυμοποιία, αυτήν τη στιγμή, η τιμή κυμαίνεται στα 8 λεπτά καθαρά για τον παραγωγό. Μέχρι τώρα, παίρνουμε 300 τόνους την εβδομάδα, αλλά κανένας δεν γνωρίζει τι θα ακολουθήσει».
Από τον Αγροτικό Σύλλογο Ευρώτα, ο Χρήστος Αναγνωστάκος αναφέρθηκε σε άλλο παράγοντα που συνδιαμορφώνει την εικόνα για τα βαλέντσια: «Έχουμε μικροκαρπία. Η μείωση των βροχοπτώσεων ανέδειξε το πρόβλημα της ελλιπούς περιποίησης των δέντρων εξαιτίας της έλλειψης χρημάτων. Από την άλλη μεριά, έχουμε το αιγυπτιακό πορτοκάλι που μπήκε στις αγορές με διαφορά τιμής, αφού έχει πολύ χαμηλότερο κόστος παραγωγής». Σε ό,τι αφορά την εσωτερική αγορά, ο Χρήστος Αναγνωστάκος υποστήριξε: «Δυστυχώς, δεν είμαστε σε μια ιδιαίτερα καλή στιγμή του τουρισμού μας και έτσι η απορρόφηση γίνεται σε πολύ χαμηλούς ρυθμούς. Όλα δείχνουν ότι, λόγω μικροκαρπίας, ένα σημαντικό μέρος της παραγωγής θα οδηγηθεί στη χυμοποιία, με τιμή που θα κινείται στα δέκα λεπτά περίπου».
Με πληροφορίες από “Ύπαιθρος Χώρα”