Ανοιχτή επιστολή ενός αγανακτισμένου πολίτη
Προς όποιον εξακολουθεί να κάνει ότι δεν βλέπει.
“Δεν ξέρω αν έχει απομείνει ίχνος ντροπής σε αυτό που αποκαλείται «σύστημα», αλλά αυτό που βιώνουμε δεν είναι απλώς αδικία — είναι ξεκάθαρη προσβολή απέναντι σε ανθρώπους που δούλεψαν μια ζωή και τώρα τιμωρούνται επειδή τόλμησαν να γεράσουν.
Μιλάμε για συντάξεις. Για τα ελάχιστα χρήματα που υποτίθεται ότι εξασφαλίζουν μια στοιχειώδη αξιοπρέπεια. Και όμως, με διαδικασίες που θυμίζουν περισσότερο μηχανή αρπαγής παρά κράτος δικαίου, οι τράπεζες απλώνουν χέρι και τα παίρνουν χωρίς δεύτερη σκέψη. Και το κράτος; Παρόν — όχι για να προστατεύσει, αλλά για να νομιμοποιήσει.
Αυτή η διαρκής επίκληση της «νομιμότητας» έχει καταντήσει πρόκληση. Ποια νομιμότητα είναι αυτή που αφήνει ηλικιωμένους ανθρώπους να μην μπορούν να καλύψουν βασικές ανάγκες; Ποια δικαιοσύνη επιτρέπει να αδειάζουν λογαριασμοί χωρίς ουσιαστική προστασία; Αν αυτό είναι το γράμμα του νόμου, τότε το πνεύμα του έχει πεθάνει εδώ και καιρό.
Και μην προσπαθήσει κανείς να παρουσιάσει το φαινόμενο ως «μεμονωμένο». Είναι επαναλαμβανόμενο, είναι γνωστό, και το χειρότερο: είναι ανεκτό. Όταν κάτι επαναλαμβάνεται και δεν αλλάζει, παύει να είναι λάθος και γίνεται επιλογή.
Το πιο εξοργιστικό είναι η ψυχρότητα. Η απάθεια. Η αίσθηση ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι παρά αριθμοί σε έναν ισολογισμό. Ότι η αξιοπρέπεια μπορεί να μπει σε κατάσχεση μαζί με τα χρήματα.
Αν αυτό είναι το πρόσωπο της σημερινής πραγματικότητας, τότε είναι ένα πρόσωπο που δεν αξίζει καμία ανοχή. Γιατί ένα κράτος που δεν προστατεύει τους πιο αδύναμους, ένα τραπεζικό σύστημα που λειτουργεί χωρίς όρια, και μια πολιτική εξουσία που παρακολουθεί αδιάφορα, συνθέτουν κάτι πολύ πιο επικίνδυνο από μια απλή «δυσλειτουργία».
Συνθέτουν μια κανονικοποιημένη αδικία.
Και απέναντι σε αυτήν, η σιωπή δεν είναι ουδετερότητα. Είναι συνενοχή.”
Λάβαμε αυτή την επιστολή και την δημοσιεύουμε αυτούσια.
